• img1
  • img2
  • img3
  • img5
  • img4
  • img6

"Το παιδί θύμα του Ολοκαυτώματος"

Παγκύπριος Μαθητικός Διαγωνισμός Δημιουργικής Έκφρασης
"Το παιδί θύμα του Ολοκαυτώματος"
Το ΥΠΠ σε συνεργασία με την Πρεσβεία του Ισραήλ στην Κύπρο ποκήρυξαν τον συγκεκριμένο διαγωνισμό.

Η μαθήτρια του Σχολείου μας Μαριάμ Παναγή, του Γ3, απέσπασε το 1ο Παγκύπριο Βραβείο με το διήγημά της "Η ΒΑΡΙΑ... βαλίτσα".

 

 

 

 

Η ΒΑΡΙΑ… βαλίτσα

Ήταν όμορφο εκείνο το κυριακάτικο πρωινό του Νοέμβρη. Τα σπουργίτια πετούσαν χαρούμενα και έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια κάνοντας ευχάριστη την ατμόσφαιρα με το τιτίβισμά τους. Η Μαρία, δεκατεσσάρων χρονών, καθόταν δίπλα από τη γιαγιά της στην κουνιστή καρέκλα και απολάμβανε τη συντροφιά της. Η Μαρία είχε μεγάλη αδυναμία στη γιαγιά της, όχι μόνο επειδή είχε το όνομά της αλλά και επειδή τα μάτια της έκρυβαν ολόκληρο μυστήριο, έκρυβαν μια ολόκληρη ζωή, που ήθελε πάντοτε να ανακαλύψει. Η φωνή της μαμάς, κόρης της κυρίας Μαρίας, «Φεύγω με το τρένο, πάω στην αγορά», ήταν αρκετή για να σπάσει την ωραία ατμόσφαιρα γιαγιάς και εγγονής και να τρομάξει τα σπουργίτια κάνοντάς τα να πετάξουν φοβισμένα μακριά. Η μαμά έφυγε κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Η Μαρία, γυρνώντας προς τη γιαγιά της ξαφνιάστηκε αφού είχε αντιληφθεί ότι η γιαγιά της ταράχτηκε με εκείνα που άκουσε, λες και ήταν η πρώτη φορά που η μαμά θα πήγαινε στην αγορά. Την να ήταν όμως αυτό που αλλοίωσε τη γιαγιά;

Η γιαγιά ξαφνικά έχασε το χρώμα της και το ρυτιδωμένο χέρι της ακούμπησε το μέτωπό της. Αμέσως, η Μαρία, σηκώθηκε από τη θέση της και την αγκάλιασε. «Τι έπαθες γιαγιάκα μου», ήταν το πρώτο ερώτημά της. Η γιαγιά, όμως παρέμεινε αμίλητη αλλά και στους ίδιους χλωμούς χρωματισμούς του προσώπου της. Η επιμονή όμως της εγγονής της την έκανε να υψώσει ψηλά το κεφάλι και αφού χάιδεψε τα ολόχρυσα μαλλιά της εγγονούλας της πήρε τη μεγάλη απόφαση. Ναι, μια απόφαση που χρειάστηκε να περάσουν πενήντα ολόκληρα χρόνια, για να μπορέσει να την πάρει και να ανοίξει το στόμα της και κυρίως την ψυχή της. «Φέρε μου ένα ποτήρι νερό, ζωή μου, να ηρεμήσω λιγάκι και θα σου τα πω όλα, όλα, ένα προς ένα χωρίς να σου κρύψω τίποτα. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι δε θα ομολογήσεις τίποτα σε κανένα» ανέφερε η γιαγιά δείχνοντας αποφασισμένη. Το γλυκό φιλί της Μαρίας ήταν η απόδειξη ότι δε θα έλεγε τίποτα σε κανένα. Αφού ήπιε τις πρώτες γουλιές άφησε ήρεμα το ποτήρι στο τραπεζάκι με τη φωτογραφία του μακαρίτη του συζύγου της, την πήρε στα χέρια και άρχισε την αφήγηση, τη δική της αληθινή ιστορία. Η βαθιά ανάσα έκανε τη μικρή Μαρία να πέσει στην αγκαλιά της γιαγιά της και να της χαϊδέψει το πρόσωπο, αφού κατάλαβε ότι θα ακούσει κάτι από το παρελθόν της γιαγιάς της, για το οποίο δεν ήθελε ποτέ να μιλάει.

Η γιαγιά θυμήθηκε τον εαυτό της, στην ηλικία των δέκα ετών, να κάθεται κάτω από το μεγάλο δέντρο, στην αυλή του σπιτιού τους στη Θεσσαλονίκη, και να παίζει με την καινούργια της κούκλα που της είχε στείλει δώρο η θεία της η Τίνα από την Αμερική. Εκείνο τον καιρό το να έχεις μια κούκλα ήταν μεγάλη πολυτέλεια. Παρίστανε τη «μητέρα» και φρόντιζε το μικρό της κοριτσάκι. Το παιδικό, αθώο και ανέμελο παιχνίδι της διακόπηκε στη μέση, όταν η μητέρα τής φώναξε, ζητώντας της να πάει αμέσως στο σπίτι. Χωρίς να χάσει λεπτό η μικρή Μαρία αντιλήφθηκε ότι κάτι σοβαρό θα συμβαίνει κι έτσι, αστραπιαία, βρέθηκε στο σαλόνι που βρίσκονταν η μητέρα, ο πατέρας και ο μεγαλύτερός της αδελφός. Την ενημέρωσαν ότι από στιγμή σε στιγμή θα έρθουν να τους μαζέψουν και αφού τους βάλουν σε τρένα θα τους μεταφέρουν σε κάποια άλλη χώρα για λίγο χρονικό διάστημα και μετά θα επιστρέψουν ξανά στο σπίτι τους. Απ΄ όσα είχαν ακούσει τους δινόταν η ευκαιρία να πάρουν ο καθένας μαζί του μια αποσκευή που να έχει μέσα ένα παλτό ζεστό και κάποιο άλλο προσωπικό τους αντικείμενο. Η μικρή, τότε, Μαρία έβαλε το μάλλινο πανωφόρι της, το ημερολόγιό της και την αγαπημένη της «κόρη», την κούκλα της. Αρχικά της φάνηκε ωραία η εμπειρία, λίγες μέρες σε μια άλλη πόλη, σαν να ήταν διακοπές…

Όταν οι Ναζί χτύπησαν με βρόντο την πόρτα η Μαρία έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τη μητέρα της. Αυτοί, για να σπείρουν περισσότερο πανικό, έριξαν μια προειδοποιητική σφαίρα που «κατά λάθος» χτύπησε τον πατέρα της. Τα ουρλιαχτά ήταν ασταμάτητα, όμως τίποτα δεν τέλειωσε, αφού πήραν τον αδελφό της, που από τότε δεν τον ξαναείδαν, και στη συνέχεια αυτήν και τη μητέρα της και τις έβαλαν σε ένα μεγάλο φορτηγό. Το φορτηγό ήταν ολοσκότεινο από μέσα, αφού δεν υπήρχε κανένα παράθυρο. Ο τρόμος, ο φόβος και η αγωνία δέσποζαν, προκαλώντας τη μάνα και την κόρη να κρατάνε τα χέρια τους σφιχτά, έχοντας την ανάγκη τίποτα και κανένας να μην τις χωρίσει. Από έξω ακούστηκαν κάτι άγριες φωνές και αμέσως άνοιξαν οι πόρτες τους φορτηγού αναγκάζοντας όλα τα γυναικόπαιδα να κατέβουν από το φορτηγό. Δίπλα στο δικό τους βρισκόταν ακόμα ένα φορτηγό που έβλεπαν τις γυναίκες και τα παιδιά να βγάζουν τα ρούχα τους, μετά από διαταγές, και να μπαίνουν στο φορτηγό. Οι μητέρες και τα παιδιά φώναζαν, ούρλιαζαν, όμως τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να τις βοηθήσει. Όταν έκλεισε η πόρτα του φορτηγού αντιλήφθηκαν ότι το εξώστ του φορτηγού ήταν ενωμένο με μια σωλήνα που οδηγούσε από μια τρύπα στην πόρτα μέσα στο φορτηγό, που ήταν μαζεμένα τα γυναικόπαιδα. Τι θάνατος τις περίμενε, αφού όλα τα καυσαέρια θα έμπαιναν μέσα στο φορτηγό με αποτέλεσμα να πεθάνουνε όλες από ασφυξία! Το φορτηγό έφυγε και στα αυτιά της μικρής Μαρίας αντηχούσαν οι φωνές και τα παρακάλια να τις λυπηθούν. Η καρδούλα της κόντευε να σπάσει και το χέρι της είχε γίνει ένα με το ιδρωμένο χέρι της μητέρας της. Παρά τον ιδρώτα τίποτα δεν μπορούσε να το ανοίξει. Αμέσως, ακούστηκε μια φωνή, με σπαστά ελληνικά, να τους λέει ότι πρέπει να προχωρήσουν μέσα στο φορτηγό και πως, αν ακουστεί ο παραμικρός ψίθυρος θα έχουν την ίδια τύχη. Όταν προχώρησαν ξανά μέσα στο φορτηγό και έκλεισε η βαριά πόρτα συνυπήρχε η νεκρική σιγή με το σκοτάδι. Ίσως, μετά από μια ώρα δρόμου, το φορτηγό σταμάτησε και η ίδια φωνή ακούστηκε να τους λέει να πάρουν την αποσκευή τους και να σταθούν σε ουρές, η κάθε μάνα μαζί με τα παιδιά της. Το καθαρό του ουρανού και το παγωμένο αεράκι έκανε τη Μαρία και τη μητέρα της, την Τατιάνα, να αναπνεύσουν και να χαρίσουν ένα χαμόγελο η μια στην άλλη, πράγμα το οποίο δεν πέρασε απαρατήρητο από τα μάτια του στρατιωτικού, που τις πρόσεξε, με αποτέλεσμα να ρίξει μια προειδοποιητική σφαίρα στον αέρα, τονίζοντας ότι δε μιλάμε αλλού ούτε και γελάμε. Τα μηνύματα ήταν ξεκάθαρα, αφού κάθε μητέρα τίναξε το κεφάλι ψηλά και μπροστά για να μη δώσει καμία αφορμή, μήπως και κινδυνεύει η ίδια και τα παιδιά της.

Εκεί, στη στάση του τρένου, σταμάτησαν και άλλα φορτηγά με τα «τυχερά γυναικόπαιδα» όπου κι αυτά με τη σειρά τους έκαναν ουρές και περίμεναν το πρόσταγμα να ανέβουν στο τρένο, που ξεφυσούσε μανιασμένο. Το σύνθημα δόθηκε με σπρωξίματα από τα όπλα και όλοι φοβισμένοι μπήκαν στο τρένο. Στα βαγόνια δεν υπήρχαν καθίσματα παρά μόνο λιγοστές χειρολαβές για τις περισσότερο ηλικιωμένες γυναίκες. Το χέρι της Μαρίας ήταν καλά σφηνωμένο στη μια παλάμη της μητέρας της, κάνοντάς τη σίγουρη ότι δε θα τη χάσει. Το άλλο χέρι της μητέρας της ακουμπούσε με δύναμη πάνω στο παράθυρο του τρένου, προσπαθώντας να ισορροπήσει και να κρατηθεί. Ξαφνικά ακούστηκαν οι μανιασμένες μηχανές του τρένου και ο γαλανός ουρανός καλύφθηκε από τον μαύρο καπνό. Τα μικρά μάτια της Μαρίας δεν ξεκολλούσαν από τα κουρασμένα και κατακόκκινα μάτια της μανούλας της, που την έκαναν να νιώθει ασφαλής. Ήθελε να κοιμηθεί, όμως δεν το τολμούσε γιατί φοβόταν πως αν το έκανε ίσως και να μην έβλεπε τη μητέρα της ξανά. Αναπάντεχα, μέσα στη σιωπή, ακούστηκαν κλάματα και θρήνοι, που μια σφαίρα τα έκαναν να σταματήσουν και να μην ακουστούν ξανά… Ήταν μια μάνα που κράτησε στα χέρια της το άψυχο σώμα του παιδιού της, που δεν άντεξε όλη την ταλαιπωρία και έκλαιγε γοερά. Δυστυχώς, τη χαροκαμένη μάνα τη βρήκε κι αυτήν μια σφαίρα στο σημείο της καρδιάς. Όλα βάφτηκαν κόκκινα όπως το αίμα της μάνας και μύριζε παντού θάνατος. «Πόσα είδαν μέχρι τότε τα μάτια μου», είπε ανασαίνοντας η γιαγιά στην εγγονή της τη Μαρία, και ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της. «Πες μου γιαγιάκα, τι έγινε στη συνέχεια;» ρώτησε με αγωνία η μικρή Μαρία που έβλεπε σαν ταινία τη ζωή της γιαγιάς της. Η βαθιά ανάσα που πήρε η γιαγιά έκαναν την εγγονή να τη χαϊδέψει, λέγοντάς της να πει όσα έχει, για να ξαλαφρώσει και η ψυχή της.

Ξαφνικά το τρένο σταμάτησε και αφού κατέβηκαν όλοι όσοι άντεξαν τις ταλαιπωρίες μαζεύτηκαν σε μια αυλή χωρίς δέντρα για να μεταφερθούν στους θαλάμους τους. Δυστυχώς όμως, ξεχώρισαν μια ομάδα παιδιών, ίσως γιατί τα θεώρησαν άρρωστα, ίσως γιατί δεν τους έκαναν, τα οδήγησαν σε ένα μακρύ τοίχο και τα εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Ο ουρανός της γιαγιάς Μαρίας σκοτείνιασε περισσότερο, όταν θυμήθηκε το γεγονός που άρχισαν να ξεχωρίζουν τις μητέρες από τα παιδιά τους. Λίγες ήταν οι τυχερές μητέρες που έμειναν μαζί με τα παιδιά τους. Εκείνη έμελλε να οδηγηθεί σε άλλον χώρο. Αφού τις κατέγραψαν όλες σε έναν κατάλογο η κάθε μια πήρε τον αριθμό της που στην πραγματικότητα αυτό ήταν και το όνομά της. Ο προορισμός τους ήταν διάφορα έργα, που από αυτά θα επωφελούνταν οι Γερμανοί. Θυμάται ότι ήταν γύρω στα σαράντα, περίπου, δωδεκάχρονα κορίτσια τα οποία οδήγησαν σε ένα υγρό δωμάτιο. Οι περιορισμοί ήταν αρκετοί, αφού το φως έπρεπε να σβήνει νωρίς, δεν έπρεπε να μιλούν μεταξύ τους και να κάνουν συντροφιά με τα τρωκτικά που τριγυρνούσαν στον χώρο. Το βράδυ της Μαρίας στο γκέτο ήταν απελπιστικό. Στο μυαλό της τριγυρνούσε η οικογένειά της, ο άδικος θάνατος του πατέρα της, ο αδελφός της και η πολυαγαπημένη της μητέρα. Ηχούσαν συνεχώς στ΄ αφτιά της τα λόγια της γλυκιάς της μανούλας «Θα φύγουμε για λίγο και θα επιστρέψουμε σύντομα πάλι». Τα κατακόκκινα μικρά ματάκια της δεν άντεξαν και άφησαν τα δάκρυά της να τρέξουν σαν μικρά ποτάμια, χωρίς να γίνει αντιληπτή από κανένα.

Το πρώτο πρωινό ξύπνημα ήταν βάναυσο, αφού το κρύο νερό που τους έριξαν στο πρόσωπο τους τις έκανε όλες να τιναχθούν όρθιες. Σαν στρατιώτες στάθηκαν μπροστά από τα κρεβατάκια τους και περίμενα τις οδηγίες. Σίγουρα θα πήγαιναν για φαγητό ή έστω για ένα ποτήρι γάλα. Οι ελπίδες βγήκαν ψεύτικες αφού οδηγήθηκαν με γοργό βήμα στον χώρο εργασίας τους. Περπατώντας μέσα στο ναζιστικό στρατόπεδο έφτασαν σε ένα ψηλό κτίριο όπου εκεί τραπέζια και υφάσματα τις περίμεναν για να ράβουν. «Ποτέ μου δεν είχα πάρει βελόνι στο χέρι μου» είπε στην εγγονή της και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Η μητέρα της βρισκόταν στο απέναντι κτίριο. Ένα κτίριο που δεν είχε πόρτες και το κρύο ήταν αφόρητο. Η δουλειά της ήταν να φτιάχνει μεγάλες κασόνες, που ακόμα δεν κατάλαβε σε τι θα χρησίμευαν. Της αρκούσε μόνο να την κοιτάζει και να παίρνει θάρρος και δύναμη από αυτήν. Οι δύσκολες μέρες κυλούσαν και οι ψίθυροι για άλλα παιδιά που έπαιρναν τη θέση των ποντικιών και των κουνελιών στα πειράματα συνεχώς ακούγονταν. Ναι, ήταν σίγουρο αφού παιδιά που τα φώναζαν με τον αριθμό τους το πρωί δεν επέστρεφαν ποτέ πίσω. «Το πήρα απόφαση!», είπε η γιαγιά και τα μάτια της άλλαξαν όψη. Κάθε βράδυ στο μυαλό της έκοβε κι έραβε ιδέες πώς θα καταφέρει να αποδράσει από την κόλαση που ζούσε και ίσως από τον επερχόμενο θάνατο, που κάθε μέρα ίσως και να ήταν η δική της σειρά. Παρόλα αυτά, το παγωμένο νερό στο μπάνιο την καθήλωσε για μια βδομάδα στο κρεβάτι και ο πυρετός δε χαμήλωνε με τίποτα. «Τολμώ να πω, ότι παρά την αρρώστια μου, ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές που πέρασα στο ναζιστικό στρατόπεδο, αφού άφηναν τη μητέρα μου να έρχεται μια ώρα τη μέρα και να με φροντίζει», είπε με χαμόγελο κοιτάζοντας την εγγονή της… Το σπουδαιότερο είναι ότι μπόρεσε να εξομολογηθεί στη μητέρα της τις σκέψεις της για τη φυγή της. Η μητέρα της φοβόταν το τόλμημά της και με αγωνία τη συμβούλεψε να μην το κάνει. Η Μαρία κοιτούσε από μακριά τα ψηλά χορτάρια και ονειρευόταν ότι μια μέρα θα τη βοηθήσουν για να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Αφού έγινε καλά στην υγεία περίμενε να βρει όλες της τις δυνάμεις και να οργανώσει το σχέδιό της. Το τρένο που θα έφευγε την επόμενη μέρα θα ήταν η σωτηρία της ή ακόμα και ο θάνατός της. Καθημερινά η μητέρα έριχνε συνεχώς ματιές για να είναι σίγουρη ότι το κορίτσι της βρισκόταν στη θέση του. Επιτέλους, έφθασε η πολυπόθητη στιγμή για τη μικρή Μαρία. Από τον θάλαμό τους, οι Ναζί, πήραν άλλα δύο κορίτσια, που σίγουρα θα χρησίμευαν ως πειραματόζωα. Στο εργοστάσιο θα ενημερώνονταν την ώρα που θα έφθαναν τα κορίτσια ποιος ήταν ο συνολικός αριθμός τη μέρα. Χωρίς να την πάρει μυρωδιά ο στρατιώτης που τις συνόδευε, η Μαρία ξεπέρασε τον φόβο της και βγήκε από τη γραμμή τρέχοντας προς το μεγάλο δέντρο που βρισκόταν στα συρματοπλέγματα που έφραζαν το στρατόπεδο και μπροστά τους βρισκόταν το τρένο έτοιμο να αναχωρήσει.

Η μητέρα είχε συνεχώς τα μάτια της στην άδεια θέση της Μαρία, έχοντας την υποψία ότι το κοριτσάκι της πραγματοποίησε την απόφασή του. Ρίγος διαπέρασε το σκελετωμένο της κορμί ευχόμενη μόνο να τα καταφέρει. Η Μαρία, που το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να φύγει από το ναζιστικό στρατόπεδο, την ώρα που οι μηχανές του τρένου φώναζαν μανιασμένες, φώναξε κι αυτή δυνατά «Φεύγω με το τρένο…» με την ελπίδα να την ακούσει η μητέρα της. Οι πυροβολισμοί διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο όμως μύριζε η ελευθερία. Η Μαρία έτρεξε μπροστά από το τρένο, που ήταν έτοιμο να ξεκινήσει, και έπεσε μέσα στα πράσινα στάχυα. Ο χρόνος που χρειάστηκε για να φύγει το τρένο από την είσοδο του στρατοπέδου ήταν τόσος για να μπορέσει η Μαρία να φύγει μακριά χωρίς να την ανακαλύψουν. Περπατούσε για μια ολόκληρη μέρα και στη συνέχεια δεν κατάλαβε πότε έχασε τις αισθήσεις της αλλά και πώς βρέθηκε στο σπίτι των Άγγλων που την περιμάζεψαν. Κατάλαβαν από πού προερχόταν το κορίτσι…Το φυγάδεψαν με πολλές δυσκολίες και το έστειλαν πίσω στην Ελλάδα, όπου φιλική οικογένεια στη Μάνη έκρυψε τη Μαρία και την «υιοθέτησαν» ως παιδί τους.

Η Μαρία βρήκε αγάπη στο καινούριο της σπιτικό μα η καρδιά της ήταν δοσμένη στη βιολογική της οικογένειά. Στον αγαπημένο της πατέρα, στον αδελφό της και στην καταταλαιπωρημένη γλυκιά της μανούλα. Καθημερινά προσευχόταν γι’ αυτήν, μα ποτέ πια δεν κατάφερε να την ξαναδεί. Τη γλυκιά της μανούλα…! Τη γλυκιά της μανούλα…!

Ασταμάτητα έτρεχαν τα δάκρυα από τη γιαγιά και την εγγονή. Ασταμάτητες και οι υποσχέσεις της Μαρίας ότι δε θα αναφέρει τίποτα και σε κανένα, αφού η ψυχή της ήταν τόσο δυνατή, μιας και έμοιαζε με εκείνη της γιαγιάς της, της τότε μικρής Μαρίας, με τη ΒΑΡΙΑ από αναμνήσεις βαλίτσα!

Μαριάμ Παναγή

Γ3